éclatant
éclatant
eklatɑ̃
eklataa
éclairant

Ορισμός και σημασία του "éclatant"στα γαλλικά

01

εκθαμβωτικός, λαμπερός

qui produit une lumière intense et vive, qui brille avec force 
éclatant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus éclatant
συγκριτικός βαθμός
plus éclatant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
éclatant
αρσενικό πληθυντικό
éclatants
θηλυκό ενικό
éclatante
θηλυκό πληθυντικό
éclatantes
Παραδείγματα
Un soleil éclatant illuminait la plage. 

Ένας λαμπερός ήλιος φώτιζε την παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store