Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'écaille
01
λέπι, φύλλο
petite plaque rigide qui protège la peau de certains animaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
écailles
02
λέπι, θραύσμα
petit morceau qui se détache d'une matière solide ou d'une surface



























