éberluer
Pronunciation
/ebɛʁlyˈe/

Ορισμός και σημασία του "éberluer"στα γαλλικά

éberluer
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

surprendre ou étonner vivement quelqu'un
éberluer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éberlue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éberluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éberluerai
ενεστώτα μετοχή
éberluant
παθητική μετοχή
éberlué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éberluions
Παραδείγματα
Cette découverte scientifique a éberlué le monde entier.
Αυτή η επιστημονική ανακάλυψη κατέπληξε ολόκληρο τον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store