éberluer
éberluer
ebɛʁlɥe
eberlüe
relâcherorchidéesinistrélucidité

Ορισμός και σημασία του "éberluer"στα γαλλικά

éberluer
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

surprendre ou étonner vivement quelqu'un 
éberluer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
éberlue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
éberluons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
éberluerai
ενεστώτα μετοχή
éberluant
παθητική μετοχή
éberlué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
éberluions
Παραδείγματα
La nouvelle a éberlué toute la classe. 

Η είδηση κατέπληξε όλη την τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store