Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ébauche
[gender: feminine]
01
προσχέδιο, σκίτσο
premier dessin, projet ou travail préparatoire servant de base à une œuvre ou à un document final
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ébauches
Παραδείγματα
Cette ébauche servira de guide pour la composition finale.
Αυτό το προσχέδιο θα χρησιμεύσει ως οδηγός για την τελική σύνθεση.
02
αρχή, ξεκίνημα
commencement ou début d'une action, d'un projet ou d'un travail
Παραδείγματα
L' ébauche de la solution est encourageante.
Το σχέδιο της λύσης είναι ενθαρρυντικό.



























