l'ère
Pronunciation
/ɛʀ/

Ορισμός και σημασία του "ère"στα γαλλικά

L'ère
[gender: feminine]
01

εποχή, περίοδος

période longue marquée par des événements, des changements ou des caractéristiques particulières
l'ère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ères
Παραδείγματα
À chaque ère, l' humanité apprend de ses erreurs.
Σε κάθε εποχή, η ανθρωπότητα μαθαίνει από τα λάθη της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store