l'ère
ère
ɛʁ
er
vermerairvers

Ορισμός και σημασία του "ère"στα γαλλικά

01

εποχή, περίοδος

période longue marquée par des événements, des changements ou des caractéristiques particulières 
l'ère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ères
Παραδείγματα
L'ère numérique a transformé notre façon de communiquer. 

Η ψηφιακή εποχή έχει μεταμορφώσει τον τρόπο που επικοινωνούμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store