l'âge mûr
âge
azh
mûr
myʁ
myr

Ορισμός και σημασία του "âge mûr"στα γαλλικά

01

ώριμη ηλικία, ακμή της ζωής

période de la vie où l'on atteint sa pleine maturité physique et intellectuelle 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il est dans la force de l'âge mûr. 

Βρίσκεται στην ακμή της ώριμης ηλικίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store