Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'âge
01
ηλικία, χρόνια
nombre d'années qu'une personne ou une chose a vécu
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
âges
Παραδείγματα
Quel est ton âge ?
Πόσων χρονών είσαι;



























