à petit budget
Pronunciation
/a pətˈi bydʒˈɛ/

Ορισμός και σημασία του "à petit budget"στα γαλλικά

à petit budget
01

χαμηλού προϋπολογισμού, οικονομικό

qui nécessite peu de dépenses ou de ressources pour sa réalisation
à petit budget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
à petit budget
αρσενικό πληθυντικό
à petit budget
θηλυκό ενικό
à petit budget
θηλυκό πληθυντικό
à petit budget
Παραδείγματα
Les films à petit budget attirent parfois un large public.
Οι ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού μερικές φορές προσελκύουν ένα μεγάλο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store