à petit budget
à
a
α
pe
pə
πα
tit
ti
τι
bu
by
μπυ
dget
ʤɛ
τζε

Ορισμός και σημασία του "à petit budget"στα γαλλικά

à petit budget
01

χαμηλού προϋπολογισμού, οικονομικό

qui nécessite peu de dépenses ou de ressources pour sa réalisation 
à petit budget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
à petit budget
αρσενικό πληθυντικό
à petit budget
θηλυκό ενικό
à petit budget
θηλυκό πληθυντικό
à petit budget
θεματικό πεδίο
finance, économie, production
Παραδείγματα
Le film à petit budget a surpris par sa qualité. 

Η ταινία χαμηλού προϋπολογισμού εξέπληξε με την ποιότητά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store