Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
à petit budget
01
χαμηλού προϋπολογισμού, οικονομικό
qui nécessite peu de dépenses ou de ressources pour sa réalisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
à petit budget
αρσενικό πληθυντικό
à petit budget
θηλυκό ενικό
à petit budget
θηλυκό πληθυντικό
à petit budget
Παραδείγματα
Les films à petit budget attirent parfois un large public.
Οι ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού μερικές φορές προσελκύουν ένα μεγάλο κοινό.



























