Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vérifier
01
ελέγχω, επιβεβαιώνω
examiner quelque chose pour s'assurer que c'est correct, vrai ou en bon état
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vérifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vérifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vérifierai
ενεστώτα μετοχή
vérifiant
παθητική μετοχή
vérifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vérifiions
Παραδείγματα
Ils vérifient les documents avant de signer.
Αυτοί επαληθεύουν τα έγγραφα πριν από την υπογραφή.
02
ελέγχω, δοκιμάζω
tester ou essayer quelque chose
Παραδείγματα
Le technicien a vérifié le système de sécurité.
Ο τεχνικός επαλήθευσε το σύστημα ασφαλείας.
03
επαληθεύω, ελέγχω
confirmer l'identité ou l'exactitude d'une information dans un système informatique
Παραδείγματα
Avant l' inscription, il faut vérifier votre identité.
Πριν από την εγγραφή, πρέπει να επαληθεύσετε την ταυτότητά σας.



























