le vélo
Pronunciation
/velo/

Ορισμός και σημασία του "vélo"στα γαλλικά

Le vélo
[gender: masculine]
01

ποδήλατο, ποδήλατο

moyen de transport à deux roues que l'on fait avancer en pédalant
le vélo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vélos
Παραδείγματα
Le vélo est un moyen écologique de transport.
Το ποδήλατο είναι ένα οικολογικό μέσο μεταφοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store