végétarien
végétarien
veʒetaʁjɛ̃
vezhetarye
végétalien

Ορισμός και σημασία του "végétarien"στα γαλλικά

végétarien
01

χορτοφαγικός, χορτοφαγική

relatif à une personne qui ne mange pas de viande 
végétarien definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
végétarien
αρσενικό πληθυντικό
végétariens
θηλυκό ενικό
végétarienne
θηλυκό πληθυντικό
végétariennes
θεματικό πεδίο
alimentation, mode de vie, santé
Παραδείγματα
Mon ami est végétarien depuis cinq ans. 

Ο φίλος μου είναι χορτοφάγος εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store