végétal
vé
ve
βε
gé
ʒe
ζε
tal
tal
ταλ

Ορισμός και σημασία του "végétal"στα γαλλικά

01

φυτικής προέλευσης, βασισμένο σε φυτά

qui provient des plantes ou qui est relatif aux plantes 
végétal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
végétal
αρσενικό πληθυντικό
végétaux
θηλυκό ενικό
végétale
θηλυκό πληθυντικό
végétales
θεματικό πεδίο
biologie, alimentation, nature
Παραδείγματα
Ce régime est entièrement végétal. 

Αυτό το καθεστώς είναι εξ ολοκλήρου φυτικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store