Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voûte
01
θόλος, τρούλος
structure architecturale en forme d'arc ou de plafond courbé, qui couvre un espace et supporte le poids au-dessus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voûtes
Παραδείγματα
La lumière pénètre dans la nef par des fenêtres situées sous la voûte.
Το φως εισέρχεται στη ναό μέσα από παράθυρα που βρίσκονται κάτω από τον θόλο.



























