Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
visualiser
01
απεικονίζω, αναπαριστώ γραφικά
transformer des données, des idées ou un concept en images, graphiques ou schémas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
visualise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
visualisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
visualiserai
παθητική μετοχή
visualisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
visualisions
Παραδείγματα
Le logiciel visualise les données en graphiques.
Το λογισμικό απεικονίζει τα δεδομένα σε γραφήματα.
02
οπτικοποιώ, φαντάζομαι
imaginer quelque chose mentalement comme si on le voyait
Παραδείγματα
Elle visualise la scène avant de la dessiner.
Οπτικοποιεί τη σκηνή πριν τη ζωγραφίσει.



























