Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
violent
01
βίαιος, επιθετικός
qui utilise ou montre une force brutale, physique ou verbale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus violent
συγκριτικός βαθμός
plus violent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
violent
αρσενικό πληθυντικό
violents
θηλυκό ενικό
violente
θηλυκό πληθυντικό
violentes
Παραδείγματα
Ses paroles violentes ont choqué tout le monde.
Οι βίαιες λέξεις του σόκαραν όλους.
02
έντονος, ισχυρός
qui est d'une grande force ou d'une extrême puissance
Παραδείγματα
Le débat est devenu violent en quelques minutes.
Η συζήτηση έγινε βίαιη σε λίγα λεπτά.



























