Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La villa
01
μονοκατοικία, βίλα
maison individuelle, généralement spacieuse et confortable, souvent entourée d'un jardin et située dans un quartier résidentiel ou touristique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
villas
Παραδείγματα
La villa sert de résidence secondaire en été.
Η βίλα χρησιμεύει ως δευτερεύουσα κατοικία το καλοκαίρι.



























