Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
verdir
01
χλωμιάζω, ασπρίζω
devenir pâle sous l'effet d'une émotion forte (souvent la peur ou la nausée)
Παραδείγματα
En voyant l'accident, il a verdi instantanément.
Βλέποντας το ατύχημα, χλώμιασε αμέσως.
02
πρασινίζω, γίνομαι πράσινος
devenir vert ou donner une couleur verte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
verdis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
verdissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
verdirai
ενεστώτα μετοχή
verdissant
παθητική μετοχή
verdi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
verdissions
Παραδείγματα
Les arbres commencent à verdir au printemps.
Τα δέντρα αρχίζουν να πρασινίζουν την άνοιξη.
03
πρασινίζω, κάνω πράσινο
remplir un espace de végétation, couvrir de plantes
Παραδείγματα
La municipalité verdit les trottoirs avec des jardinières.
Ο δήμος πρασινίζει τα πεζοδρόμια με γλάστρες.
04
πρασινίζω, κάνω πράσινο
rendre quelque chose vert, donner une couleur verte
Παραδείγματα
Le printemps verdit les collines.
Η άνοιξη πρασινίζει τους λόφους.



























