le vase
Pronunciation
/vɑz/

Ορισμός και σημασία του "vase"στα γαλλικά

Le vase
[gender: masculine]
01

βάζο, ανθοδοχείο

récipient, souvent décoratif, utilisé pour contenir des fleurs
le vase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vases
Παραδείγματα
Le vase en céramique est décoré à la main.
Το κεραμικό βάζο είναι διακοσμημένο με το χέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store