la variole
var
vaʁ
var
iole
jɔl
yawl

Ορισμός και σημασία του "variole"στα γαλλικά

01

ευλογιά, βλαισή

maladie infectieuse grave causée par le virus de la variole, caractérisée par de la fièvre et des éruptions cutanées 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La variole a été éradiquée grâce à la vaccination. 

Η ευλογιά εξαλείφθηκε χάρη στον εμβολιασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store