la vallée
vallé
val
val
e
e
e
allersaleralléesalé

Ορισμός και σημασία του "vallée"στα γαλλικά

01

κοιλάδα, κοιλάδα (γεωγραφική)

étendue de terrain située entre des montagnes ou des collines 
la vallée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vallées
Παραδείγματα
La vallée est très verte au printemps. 

Η κοιλάδα είναι πολύ πράσινη την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store