la vallée
Pronunciation
/vale/

Ορισμός και σημασία του "vallée"στα γαλλικά

01

κοιλάδα, κοιλάδα (γεωγραφική)

étendue de terrain située entre des montagnes ou des collines
la vallée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vallées
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store