Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vallée
[gender: feminine]
01
κοιλάδα, κοιλάδα (γεωγραφική)
étendue de terrain située entre des montagnes ou des collines
Παραδείγματα
La vallée s' étend sur plusieurs kilomètres.
Η κοιλάδα εκτείνεται για αρκετά χιλιόμετρα.



























