Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valider
01
επικυρώνω, εγκρίνω
reconnaître comme valable, approuver de manière formelle ou autorisée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
valide
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
validons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
validerai
ενεστώτα μετοχή
validant
παθητική μετοχή
validé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
validions
Παραδείγματα
Nous attendons que le directeur valide notre plan.
Περιμένουμε ο διευθυντής να εγκρίνει το σχέδιό μας.
02
πετυχαίνω, περνώ
obtenir les résultats suffisants pour que le module, le cours ou l'année soit considéré comme acquis
Παραδείγματα
Tu valides cette matière avec une moyenne de 12.
Περνάς αυτό το μάθημα με μέσο όρο 12.



























