Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
valable
01
έγκυρος
qui a une force légale ou administrative pendant une certaine période
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
valable
αρσενικό πληθυντικό
valables
θηλυκό ενικό
valable
θηλυκό πληθυντικό
valables
Παραδείγματα
Il nous faudra des arguments valables si nous voulons le convaincre.
Η σύμβαση παραμένει έγκυρη μέχρι το τέλος του έτους.



























