l'ustensile
ustensile
ystɑ̃sɪl
ystaasil

Ορισμός και σημασία του "ustensile"στα γαλλικά

01

κουζινικό σκεύος, εργαλείο

objet ou instrument utilisé pour réaliser une tâche particulière, surtout en cuisine ou pour bricoler 
l'ustensile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ustensiles
Παραδείγματα
Les couteaux et les fourchettes sont des ustensiles de cuisine. 

Τα μαχαίρια και τα πιρούνια είναι κουζινικά εργαλεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store