Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'urgence
01
caractère de ce qui doit être fait tout de suite, sans attendre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
urgences
Παραδείγματα
L'urgence de la situation nous oblige à agir rapidement.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
urgence
urge



























