témoigner
Pronunciation
/temwaɲe/

Ορισμός και σημασία του "témoigner"στα γαλλικά

témoigner
01

μαρτυρώ, καταθέτω

dire ce qu'on a vu ou vécu pour prouver quelque chose
témoigner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
témoigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
témoignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
témoignerai
ενεστώτα μετοχή
témoignant
παθητική μετοχή
témoigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
témoignions
Παραδείγματα
Témoigner est important pour la justice.
Η κατάθεση είναι σημαντική για τη δικαιοσύνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store