Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
témoigner
01
μαρτυρώ, καταθέτω
dire ce qu'on a vu ou vécu pour prouver quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
témoigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
témoignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
témoignerai
ενεστώτα μετοχή
témoignant
παθητική μετοχή
témoigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
témoignions
Παραδείγματα
Témoigner est important pour la justice.
Η κατάθεση είναι σημαντική για τη δικαιοσύνη.



























