le téléspectateur
t
te
te
élés
lɛs
les
pec
pɛk
pek
ta
ta
ta
teur
tœʁ
toer

Ορισμός και σημασία του "téléspectateur"στα γαλλικά

Le téléspectateur
01

τηλεθεατής, θεατής

individu qui suit des émissions télévisées 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
téléspectateurs
Παραδείγματα
Les téléspectateurs ont applaudi la performance. 

Οι θεατές χειροκρότησαν την παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store