le téléphérique
té
te
τε
lé
le
λε
phé
fe
φε
rique
ʁɪk
ρικ
téléphonique

Ορισμός και σημασία του "téléphérique"στα γαλλικά

Le téléphérique
01

τελεφερίκ, αιωρούμενο τραμ

système de transport suspendu à des câbles, avec des cabines se déplaçant entre deux points 
le téléphérique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
téléphériques
Παραδείγματα
Le téléphérique relie la vallée au sommet de la montagne. 

Το τελεφερίκ συνδέει την κοιλάδα με την κορυφή του βουνού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store