le téléphone
t
te
te
élé
le
le
phone
fɔn
fawn

Ορισμός και σημασία του "téléphone"στα γαλλικά

Le téléphone
01

τηλέφωνο, τηλέφωνο

appareil qui permet de parler avec quelqu'un à distance en utilisant des ondes ou des fils 
le téléphone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
téléphones
Παραδείγματα
Le téléphone a sonné toute la matinée. 

Το τηλέφωνο χτύπησε όλο το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store