ter
tɑ:
taa
ter
te
te
téter

Ορισμός και σημασία του "tâter"στα γαλλικά

tâter
01

ψηλαφώ, αγγίζω απαλά

toucher doucement pour explorer ou examiner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tâte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tâtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tâterai
ενεστώτα μετοχή
tâtant
παθητική μετοχή
tâté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tâtions
Παραδείγματα
Le médecin tâte le bras blessé. 

Ο γιατρός ψηλαφά τον τραυματισμένο βραχίονα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store