Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tâter
01
ψηλαφώ, αγγίζω απαλά
toucher doucement pour explorer ou examiner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tâte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tâtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tâterai
ενεστώτα μετοχή
tâtant
παθητική μετοχή
tâté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tâtions
Παραδείγματα
Il tâte le mur dans le noir pour trouver l' interrupteur.
Ψηλαφά τον τοίχο στο σκοτάδι για να βρει το διακόπτη.



























