tâter
Pronunciation
/tɑte/

Ορισμός και σημασία του "tâter"στα γαλλικά

tâter
01

ψηλαφώ, αγγίζω απαλά

toucher doucement pour explorer ou examiner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tâte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tâtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tâterai
ενεστώτα μετοχή
tâtant
παθητική μετοχή
tâté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tâtions
Παραδείγματα
Il tâte le mur dans le noir pour trouver l' interrupteur.
Ψηλαφά τον τοίχο στο σκοτάδι για να βρει το διακόπτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store