typique
typique
tsipɪk
tsipik
typhique

Ορισμός και σημασία του "typique"στα γαλλικά

01

τυπικός, χαρακτηριστικός

qui appartient à la ville ou qui se rapporte à la vie citadine 
typique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
typique
αρσενικό πληθυντικό
typiques
θηλυκό ενικό
typique
θηλυκό πληθυντικό
typiques
Παραδείγματα
C'est un plat typique de la cuisine italienne. 

Είναι ένα τυπικό πιάτο της ιταλικής κουζίνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store