Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tuyau
01
σωλήνας, αγωγός
conduit cylindrique pour transporter des fluides ou des câbles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tuyaux
Παραδείγματα
L'eau coule dans le tuyau en cuivre.
Το νερό ρέει μέσα από τον σωλήνα από χαλκό.
02
σωλήνας, σωλήνας
partie d'un instrument à vent (orgue, trompette, cornet, etc. ) par laquelle l'air passe pour produire un son
Παραδείγματα
L'orgue possède plusieurs tuyaux pour produire différents sons.
Το όργανο διαθέτει πολλούς σωλήνες για την παραγωγή διαφορετικών ήχων.
03
συμβουλή, εμπιστευτική πληροφορία
information secrète ou avantageuse partagée discrètement
Παραδείγματα
Il m'a donné un bon tuyau pour les soldes.
Μου έδωσε μια καλή συμβουλή για τις εκπτώσεις.



























