Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turquoise
01
τυρκουάζ, χρώμα τυρκουάζ
de couleur bleu-vert clair, semblable à la pierre précieuse
Παραδείγματα
Sa robe turquoise attirait tous les regards.
Το τυρκουάζ φόρεμά της τραβούσε όλα τα βλέμματα.
La turquoise
[gender: feminine]
01
τυρκουάζ, πέτρα τυρκουάζ
pierre précieuse bleu-vert utilisée en joaillerie
Παραδείγματα
La turquoise perd sa couleur à la chaleur.
Ο τυρκουάζ χάνει το χρώμα του με τη θερμότητα.



























