Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turquoise
01
τυρκουάζ, χρώμα τυρκουάζ
de couleur bleu-vert clair, semblable à la pierre précieuse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus turquoise
συγκριτικός βαθμός
plus turquoise
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
turquoise
αρσενικό πληθυντικό
turquoises
θηλυκό ενικό
turquoise
θηλυκό πληθυντικό
turquoises
Παραδείγματα
Sa robe turquoise attirait tous les regards.
Το τυρκουάζ φόρεμά της τραβούσε όλα τα βλέμματα.
La turquoise
01
τυρκουάζ, πέτρα τυρκουάζ
pierre précieuse bleu-vert utilisée en joaillerie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
turquoises
Παραδείγματα
La turquoise perd sa couleur à la chaleur.
Ο τυρκουάζ χάνει το χρώμα του με τη θερμότητα.



























