Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tunnel
01
τούνελ, υπόγεια διάβαση
passage souterrain creusé pour le passage des véhicules, des trains, des piétons ou des canalisations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tunnels
Παραδείγματα
Le tunnel sous la Manche relie la France et l'Angleterre.
Η σήραγγα κάτω από τη Μάγχη συνδέει τη Γαλλία και την Αγγλία.



























