Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tunnel
[gender: masculine]
01
τούνελ, υπόγεια διάβαση
passage souterrain creusé pour le passage des véhicules, des trains, des piétons ou des canalisations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tunnels
Παραδείγματα
Des lampes éclairent le tunnel pour la sécurité des piétons.
Οι λάμπες φωτίζουν τη σήραγγα για την ασφάλεια των πεζών.



























