Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
troisième
01
τρίτος, τρίτη
qui vient après le deuxième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
troisième
αρσενικό πληθυντικό
troisièmes
θηλυκό ενικό
troisième
θηλυκό πληθυντικό
troisièmes
Παραδείγματα
Le troisième invité est arrivé à 19 heures.
Ο τρίτος καλεσμένος έφτασε στις 19 ώρες.



























