tricoter
Pronunciation
/tʀikɔte/

Ορισμός και σημασία του "tricoter"στα γαλλικά

tricoter
01

πλέκω, κάνω πλεξούδα

assembler des fils avec des aiguilles pour créer des vêtements ou des accessoires en laine
tricoter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tricote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tricotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tricoterai
ενεστώτα μετοχή
tricotant
παθητική μετοχή
tricoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tricotions
Παραδείγματα
Elle tricote ensemble plusieurs fils pour créer un motif coloré.
Πλέκει μαζί πολλά νήματα για να δημιουργήσει ένα πολύχρωμο σχέδιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store