tricoter
tri
tʁi
tri
co
kaw
ter
te
te
tripoter

Ορισμός και σημασία του "tricoter"στα γαλλικά

tricoter
01

πλέκω, κάνω πλεξούδα

assembler des fils avec des aiguilles pour créer des vêtements ou des accessoires en laine 
tricoter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tricote
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tricotons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tricoterai
ενεστώτα μετοχή
tricotant
παθητική μετοχή
tricoté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tricotions
Παραδείγματα
Elle tricote un pull pour son fils. 

Αυτή πλέκει ένα πουλόβερ για τον γιο της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store