tricher
tri
tʁi
tri
cher
ʃe
she
tricheur

Ορισμός και σημασία του "tricher"στα γαλλικά

tricher
01

εξαπατώ, κλέβω

ne pas respecter les règles pour obtenir un avantage 
tricher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
triche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tricheons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tricherai
ενεστώτα μετοχή
trichant
παθητική μετοχή
triché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tricheons
Παραδείγματα
Il a triché pendant l'examen. 

Αυτός έκανε απάτη κατά τη διάρκεια της εξέτασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store