Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tricher
01
εξαπατώ, κλέβω
ne pas respecter les règles pour obtenir un avantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
triche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tricheons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tricherai
ενεστώτα μετοχή
trichant
παθητική μετοχή
triché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tricheons
Παραδείγματα
Il a triché pendant l'examen.
Αυτός έκανε απάτη κατά τη διάρκεια της εξέτασης.



























