Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tri
[gender: masculine]
01
διαλογή, ταξινόμηση
action de séparer des éléments selon un critère (forme, type, utilité, etc.)
Παραδείγματα
Le tri permet de mieux organiser les choses.
Η ταξινόμηση επιτρέπει την καλύτερη οργάνωση των πραγμάτων.



























