Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
treizième
01
δέκατος τρίτος, δέκατη τρίτη
qui vient après le douzième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
treizième
αρσενικό πληθυντικό
treizièmes
θηλυκό ενικό
treizième
θηλυκό πληθυντικό
treizièmes
Παραδείγματα
Mon treizième anniversaire était mémorable.
Ο δέκατος τρίτος γενέθλιός μου ήταν αξέχαστος.



























