la trappe
trappe
tʁap
tghap

Ορισμός και σημασία του "trappe"στα γαλλικά

01

παγίδα πόρτα, πόρτα παγίδα

ouverture pratiquée dans le sol, le plafond ou un mur, fermée par un panneau mobile, permettant l'accès à un espace caché ou inférieur 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
trappes
Παραδείγματα
La trappe du sol mène à la cave. 

Η παγίδα του δαπέδου οδηγεί στο κελάρι.

02

παγίδα, παγίς

dispositif conçu pour piéger un animal ou une personne, ou mécanisme dissimulé qui se referme brusquement 
Παραδείγματα
Le chasseur a posé une trappe pour attraper l'animal. 

Ο κυνηγός έστησε μια παγίδα για να πιάσει το ζώο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store