Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La trappe
[gender: feminine]
01
παγίδα πόρτα, πόρτα παγίδα
ouverture pratiquée dans le sol, le plafond ou un mur, fermée par un panneau mobile, permettant l'accès à un espace caché ou inférieur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
trappes
Παραδείγματα
La trappe doit rester fermée pour des raisons de sécurité.
Η καταπακτή πρέπει να παραμένει κλειστή για λόγους ασφαλείας.
02
παγίδα, παγίς
dispositif conçu pour piéger un animal ou une personne, ou mécanisme dissimulé qui se referme brusquement
Παραδείγματα
Le mécanisme de la trappe est rouillé.
Ο μηχανισμός της παγίδας είναι σκουριασμένος.



























