Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tracteur
01
τρακτέρ, γεωργικό μηχάνημα
véhicule robuste servant principalement à l'agriculture pour travailler la terre ou transporter des charges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tracteurs
Παραδείγματα
Amène le tracteur et des cordes.



























