Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tournoi
[gender: masculine]
01
τουρνουά, πρωτάθλημα
série de matchs ou compétitions entre plusieurs participants ou équipes, souvent pour désigner un championnat ou un tournoi sportif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tournois
Παραδείγματα
Le tournoi a été annulé à cause de la pluie.
Το τουρνουά ακυρώθηκε λόγω της βροχής.



























