Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tournesol
01
ηλίανθος, ηλιοτρόπιο
plante annuelle à grandes fleurs jaunes dont la tige peut atteindre plusieurs mètres, connue pour suivre la trajectoire du soleil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tournesols
Παραδείγματα
Le tournesol suit le mouvement du soleil dans le ciel.
Ο ηλιοτρόπιο ακολουθεί την κίνηση του ήλιου στον ουρανό.



























