Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tournesol
[gender: masculine]
01
ηλίανθος, ηλιοτρόπιο
plante annuelle à grandes fleurs jaunes dont la tige peut atteindre plusieurs mètres, connue pour suivre la trajectoire du soleil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tournesols
Παραδείγματα
Les graines de tournesol sont utilisées pour l' alimentation et l' huile.
Οι σπόροι ηλιοτρόπιου χρησιμοποιούνται για τροφή και λάδι.



























