le tournesol
tour
tuʁ
toor
ne
sol
sɔl
sawl

Ορισμός και σημασία του "tournesol"στα γαλλικά

01

ηλίανθος, ηλιοτρόπιο

plante annuelle à grandes fleurs jaunes dont la tige peut atteindre plusieurs mètres, connue pour suivre la trajectoire du soleil 
le tournesol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tournesols
Παραδείγματα
Le tournesol suit le mouvement du soleil dans le ciel. 

Ο ηλιοτρόπιο ακολουθεί την κίνηση του ήλιου στον ουρανό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store