le touriste
tou
too
riste
ʁɪst
rist

Ορισμός και σημασία του "touriste"στα γαλλικά

01

τουρίστας, επισκέπτης

personne qui visite un lieu pour le plaisir ou les vacances 
le touriste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
touristes
θηλυκό ενικό
touriste
Παραδείγματα
Le touriste visite souvent des monuments célèbres. 

Ο τουρίστας επισκέπτεται συχνά διάσημα μνημεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store