Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
total
01
ολικός, πλήρης
qui représente l'ensemble complet d'une quantité ou d'un montant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus total
συγκριτικός βαθμός
plus total
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
total
αρσενικό πληθυντικό
totaux
θηλυκό ενικό
totale
θηλυκό πληθυντικό
totales
Παραδείγματα
La somme totale doit être vérifiée par le comptable.
Το συνολικό ποσό πρέπει να επαληθευτεί από τον λογιστή.
02
ολικός, πλήρης
qui englobe la totalité sans aucune exception ni réserve
Παραδείγματα
Un silence total régnait dans la salle.
Πλήρης σιωπή βασίλευε στην αίθουσα.
Le total
01
σύνολο, ολικό ποσό
résultat numérique obtenu par l'addition de toutes les valeurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
totaux
Παραδείγματα
Le total s'élève à 450€.
Το σύνολο ανέρχεται σε 450€.



























