la torture
tor
tɔʁ
tawr
ture
tyʁ
tyr
tortuetoiture

Ορισμός και σημασία του "torture"στα γαλλικά

01

βασανιστήρια, βασανισμός

infliger des douleurs extrêmes à quelqu'un pour obtenir des informations, punir ou humilier 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La torture est interdite par les conventions internationales. 

Ο βασανισμός απαγορεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις.

02

ψυχικό βασανιστήριο, ψυχολογική ταλαιπωρία

souffrance morale ou psychologique intense 
Παραδείγματα
Attendre des nouvelles de ses proches peut être une véritable torture. 

Η αναμονή για νέα από τους αγαπημένους μπορεί να είναι μια πραγματική βασανιστήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store