Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La torture
01
βασανιστήρια, βασανισμός
infliger des douleurs extrêmes à quelqu'un pour obtenir des informations, punir ou humilier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La torture est interdite par les conventions internationales.
Ο βασανισμός απαγορεύεται από τις διεθνείς συμβάσεις.
02
ψυχικό βασανιστήριο, ψυχολογική ταλαιπωρία
souffrance morale ou psychologique intense
Παραδείγματα
Attendre des nouvelles de ses proches peut être une véritable torture.
Η αναμονή για νέα από τους αγαπημένους μπορεί να είναι μια πραγματική βασανιστήριο.



























