le tort
tort
tɔʁ
tawr
porcportnordbord

Ορισμός και σημασία του "tort"στα γαλλικά

01

σφάλμα, λάθος

une erreur ou une faute faite par quelqu ' un 
le tort definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
C'est lui qui a le tort dans cette dispute. 

Αυτός είναι που έχει άδικο σε αυτή τη διαμάχη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store