la topaze
to
το
paze
pɑz
παζ
gymnasearobasejazzgaz

Ορισμός και σημασία του "topaze"στα γαλλικά

01

τοπάζι, πέτρα τοπάζι

pierre précieuse dure, souvent transparente ou jaune, utilisée en bijouterie 
la topaze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
topazes
Παραδείγματα
La bague est sertie d'une topaze bleue. 

Το δαχτυλίδι είναι στολισμένο με ένα μπλε τοπάζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store