tolérant
tolérant
tɔleʁɑ̃
tawleraa

Ορισμός και σημασία του "tolérant"στα γαλλικά

01

ανεκτικός, επιεικής

qui supporte les différences ou les erreurs sans se fâcher 
tolérant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tolérant
συγκριτικός βαθμός
plus tolérant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tolérant
αρσενικό πληθυντικό
tolérants
θηλυκό ενικό
tolérante
θηλυκό πληθυντικό
tolérantes
Παραδείγματα
Il est très tolérant avec les enfants. 

Είναι πολύ ανεκτικός με τα παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store